Οι πρόσφατες υποθέσεις της Pizza Fan και των αρτοποιείων «Χωριάτικο» δημιουργούν δύο ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο εντοπίζεται και αντιμετωπίζεται το οικονομικό έγκλημα στην Ελλάδα.
Το πρώτο αφορά την αποτελεσματικότητα των ελεγκτικών μηχανισμών: πόσο συχνά εντοπίζουν μόνοι τους παραβάσεις μεγάλης έκτασης και πόσο συχνά χρειάζεται να προηγηθεί μια καταγγελία για να κινητοποιηθούν; Το δεύτερο αφορά την ποινική αντιμετώπιση: πότε μια υπόθεση συστηματικής φοροδιαφυγής δικαιολογεί την κατηγορία της εγκληματικής οργάνωσης και με ποια κριτήρια αποδίδεται αυτή σε δεκάδες εμπλεκομένους;
Στην υπόθεση της Pizza Fan, η έρευνα ξεκίνησε τον Απρίλιο του 2026 έπειτα από καταγγελία υπαλλήλου για πιθανές παραβάσεις της εργατικής, ασφαλιστικής και φορολογικής νομοθεσίας. Η έρευνα αποκάλυψε μηχανισμό μέσω ειδικού λογισμικού, με τον οποίο παραγγελίες καταχωρίζονταν χωρίς να εκδίδονται οι προβλεπόμενες αποδείξεις.
Αντίστοιχα, η έρευνα για την υπόθεση του «Χωριάτικου» φέρεται να ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 2026, επίσης μετά από καταγγελία. Στο επίκεντρο βρίσκεται ένα σύνθετο δίκτυο εταιρειών που κατά τις Αρχές, μέσω εικονικών συναλλαγών και παρένθετων προσώπων, αποκρύπτονταν πραγματικές επιχειρηματικές σχέσεις και φορολογικές υποχρεώσεις.
Δεν πρόκειται, ασφαλώς, για δύο υποθέσεις που μπορούν να εξομοιωθούν σε όλα τα πραγματικά τους χαρακτηριστικά. Έχουν, όμως, ένα κοινό σημείο που αξίζει να εξεταστεί: η καταγγελία φαίνεται να αποτέλεσε την αφετηρία για την κινητοποίηση των Αρχών.
Και το ερώτημα δεν είναι εάν οι καταγγελίες πρέπει να αξιοποιούνται. Βεβαίως και είναι πολύτιμη πηγή πληροφόρησης, ιδιαίτερα όταν προέρχονται από ανθρώπους που γνωρίζουν εκ των έσω τον τρόπο λειτουργίας μιας επιχείρησης ή ενός δικτύου. Το ζήτημα είναι εάν οι ελεγκτικοί μηχανισμοί διαθέτουν τα εργαλεία, τα δεδομένα και τη δυνατότητα να εντοπίζουν έγκαιρα ασυνήθιστες συναλλαγές, εικονικές εταιρείες, αποκλίσεις στα δηλωμένα έσοδα ή συστηματική μη απόδοση φόρων, χωρίς να εξαρτώνται από το εάν κάποιος θα αποφασίσει να μιλήσει. Με επιπλέον δεδομένο δε ότι και στις δύο περιπτώσεις αναφέρεται ως χρόνος δράσης ένα πολύ μεγάλο διάστημα: 2016-2026.
Σαφώς και μία καταγγελία δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι οι ελεγκτικές υπηρεσίες απέτυχαν. Ούτε, άλλωστε, κάθε σύνθετη φορολογική υπόθεση είναι εύκολο να εντοπιστεί εγκαίρως. Όταν, όμως, οι έρευνες αφορούν δίκτυα με πολλές εταιρείες, καταστήματα, εργαζομένους και συναλλαγές μεγάλης οικονομικής αξίας, είναι εύλογο να εξετάζεται εάν υπήρχαν προγενέστερες ενδείξεις που θα μπορούσαν να είχαν ενεργοποιήσει ελέγχους. Η αποτελεσματικότητα του κράτους δεν μετριέται μόνο από το πόσο εντυπωσιακή είναι μια επιχείρηση σύλληψης, αλλά και από το εάν η παραβατικότητα εντοπίζεται πριν λάβει μεγάλες διαστάσεις.
Εγκληματική οργάνωση: Στοιχειοθετημένη ή γενικευμένη κατηγορία;
Πέρα από το σκέλος των ελέγχων, υπάρχει και ένας δεύτερος προβληματισμός που διατυπώνεται όλο και πιο συχνά τα τελευταία χρόνια στον χώρο της Δικαιοσύνης: μήπως η κατηγορία της εγκληματικής οργάνωσης αποδίδεται πλέον τόσο συχνά, ώστε κινδυνεύει να χάσει την ειδική νομική της σημασία;
Η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί με έναν γενικό αφορισμό. Ούτε είναι δυνατόν, μόνο από τα στοιχεία που βλέπουν το φως της δημοσιότητας να αποφανθεί κανείς ότι η κατηγορία είναι ορθή ή εσφαλμένη σε κάθε συγκεκριμένη δικογραφία. Υπάρχει, ωστόσο, σαφές νομικό μέτρο με το οποίο πρέπει να ελέγχεται.
Το άρθρο 187 του Ποινικού Κώδικα απαιτεί, για τη συγκρότηση ή ένταξη στην εγκληματική οργάνωση της πρώτης παραγράφου, οργάνωση τριών ή περισσότερων προσώπων με επιχειρησιακή δομή και διαρκή εγκληματική δράση, που επιδιώκει την τέλεση περισσότερων κακουργημάτων. Δεν αρκεί, δηλαδή, να έχουν διαπραχθεί σοβαρές οικονομικές παραβάσεις από πολλούς ανθρώπους ή να εμφανίζεται μια υπόθεση με μεγάλο αριθμό κατηγορουμένων. Ούτε καθίσταται αυτομάτως δεδομένη η κατηγορία για κάθε πρόσωπο που εμφανίζεται σε μια εταιρεία, σε ένα κατάστημα ή σε μια συναλλαγή. Πρέπει να τεκμηριώνονται όλα τα ειδικά χαρακτηριστικά που προβλέπει ο νόμος.
Και στις δύο προαναφερόμενες υποθέσεις, οι βασικοί εμπλεκόμενοι υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχει εγκληματική οργάνωση αλλά φορολογικές παραβάσεις που μπορούν να διευθετηθούν μετά από ενδελεχή
οικονομικό έλεγχο, τον οποίο πρέπει να κάνουν οι αρμόδιες Αρχές ( ΑΑΔΕ και ΕΦΚΑ) κι όχι με συλλήψεις- προφυλακίσεις.
Φυσικά ουδείς αντιλέγει στο ότι η αυστηρή ποινική αντιμετώπιση οργανωμένων οικονομικών εγκλημάτων είναι αναγκαία. Εξίσου αναγκαία, όμως, είναι η ακρίβεια στην απόδοση των κατηγοριών. Γιατί η προστασία του Δημοσίου από οργανωμένα σχήματα φοροδιαφυγής και απάτης δεν αντιφάσκει με την απαίτηση να εφαρμόζεται ο νόμος με συγκεκριμένα αποδεικτικά κριτήρια και σεβασμό στο τεκμήριο αθωότητας.
Για την Pizza Fan και το «Χωριάτικο» δεν μπορεί να γίνει οριστική αξιολόγηση καθώς πρόκειται για υποθέσεις που η διερεύνησή τους είναι ακόμη στην αρχή. Τα έως τώρα στοιχεία περιγράφουν, κατά τις αρχές, ενδείξεις οργανωμένης δράσης, αλλά η ορθότητα της κατηγορίας πρέπει να κριθεί από το πλήρες αποδεικτικό υλικό και εξατομικευμένα για κάθε κατηγορούμενο.
Και φυσικά το συμπέρασμα δεν είναι ότι η εγκληματική οργάνωση «αποδίδεται καταχρηστικά». Είναι ότι η συχνότητα με την οποία εμφανίζεται η κατηγορία δημιουργεί ερώτηματα για τη συνέπεια και την αυστηρότητα εφαρμογής των νόμιμων κριτηρίων.
Διαβάστε περισσότερα στο iefimerida.gr
Οι πρόσφατες υποθέσεις της Pizza Fan και των αρτοποιείων «Χωριάτικο» δημιουργούν δύο ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο εντοπίζεται και αντιμετωπίζεται το οικονομικό έγκλημα στην Ελλάδα.
Το πρώτο αφορά την αποτελεσματικότητα των ελεγκτικών μηχανισμών: πόσο συχνά εντοπίζουν μόνοι τους παραβάσεις μεγάλης έκτασης και πόσο συχνά χρειάζεται να προηγηθεί μια καταγγελία για να κινητοποιηθούν; Το δεύτερο αφορά την ποινική αντιμετώπιση: πότε μια υπόθεση συστηματικής φοροδιαφυγής δικαιολογεί την κατηγορία της εγκληματικής οργάνωσης και με ποια κριτήρια αποδίδεται αυτή σε δεκάδες εμπλεκομένους;
Στην υπόθεση της Pizza Fan, η έρευνα ξεκίνησε τον Απρίλιο του 2026 έπειτα από καταγγελία υπαλλήλου για πιθανές παραβάσεις της εργατικής, ασφαλιστικής και φορολογικής νομοθεσίας. Η έρευνα αποκάλυψε μηχανισμό μέσω ειδικού λογισμικού, με τον οποίο παραγγελίες καταχωρίζονταν χωρίς να εκδίδονται οι προβλεπόμενες αποδείξεις.
Αντίστοιχα, η έρευνα για την υπόθεση του «Χωριάτικου» φέρεται να ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 2026, επίσης μετά από καταγγελία. Στο επίκεντρο βρίσκεται ένα σύνθετο δίκτυο εταιρειών που κατά τις Αρχές, μέσω εικονικών συναλλαγών και παρένθετων προσώπων, αποκρύπτονταν πραγματικές επιχειρηματικές σχέσεις και φορολογικές υποχρεώσεις.
Δεν πρόκειται, ασφαλώς, για δύο υποθέσεις που μπορούν να εξομοιωθούν σε όλα τα πραγματικά τους χαρακτηριστικά. Έχουν, όμως, ένα κοινό σημείο που αξίζει να εξεταστεί: η καταγγελία φαίνεται να αποτέλεσε την αφετηρία για την κινητοποίηση των Αρχών.
Και το ερώτημα δεν είναι εάν οι καταγγελίες πρέπει να αξιοποιούνται. Βεβαίως και είναι πολύτιμη πηγή πληροφόρησης, ιδιαίτερα όταν προέρχονται από ανθρώπους που γνωρίζουν εκ των έσω τον τρόπο λειτουργίας μιας επιχείρησης ή ενός δικτύου. Το ζήτημα είναι εάν οι ελεγκτικοί μηχανισμοί διαθέτουν τα εργαλεία, τα δεδομένα και τη δυνατότητα να εντοπίζουν έγκαιρα ασυνήθιστες συναλλαγές, εικονικές εταιρείες, αποκλίσεις στα δηλωμένα έσοδα ή συστηματική μη απόδοση φόρων, χωρίς να εξαρτώνται από το εάν κάποιος θα αποφασίσει να μιλήσει. Με επιπλέον δεδομένο δε ότι και στις δύο περιπτώσεις αναφέρεται ως χρόνος δράσης ένα πολύ μεγάλο διάστημα: 2016-2026.
Σαφώς και μία καταγγελία δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι οι ελεγκτικές υπηρεσίες απέτυχαν. Ούτε, άλλωστε, κάθε σύνθετη φορολογική υπόθεση είναι εύκολο να εντοπιστεί εγκαίρως. Όταν, όμως, οι έρευνες αφορούν δίκτυα με πολλές εταιρείες, καταστήματα, εργαζομένους και συναλλαγές μεγάλης οικονομικής αξίας, είναι εύλογο να εξετάζεται εάν υπήρχαν προγενέστερες ενδείξεις που θα μπορούσαν να είχαν ενεργοποιήσει ελέγχους. Η αποτελεσματικότητα του κράτους δεν μετριέται μόνο από το πόσο εντυπωσιακή είναι μια επιχείρηση σύλληψης, αλλά και από το εάν η παραβατικότητα εντοπίζεται πριν λάβει μεγάλες διαστάσεις.
Εγκληματική οργάνωση: Στοιχειοθετημένη ή γενικευμένη κατηγορία;
Πέρα από το σκέλος των ελέγχων, υπάρχει και ένας δεύτερος προβληματισμός που διατυπώνεται όλο και πιο συχνά τα τελευταία χρόνια στον χώρο της Δικαιοσύνης: μήπως η κατηγορία της εγκληματικής οργάνωσης αποδίδεται πλέον τόσο συχνά, ώστε κινδυνεύει να χάσει την ειδική νομική της σημασία;
Η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί με έναν γενικό αφορισμό. Ούτε είναι δυνατόν, μόνο από τα στοιχεία που βλέπουν το φως της δημοσιότητας να αποφανθεί κανείς ότι η κατηγορία είναι ορθή ή εσφαλμένη σε κάθε συγκεκριμένη δικογραφία. Υπάρχει, ωστόσο, σαφές νομικό μέτρο με το οποίο πρέπει να ελέγχεται.
Το άρθρο 187 του Ποινικού Κώδικα απαιτεί, για τη συγκρότηση ή ένταξη στην εγκληματική οργάνωση της πρώτης παραγράφου, οργάνωση τριών ή περισσότερων προσώπων με επιχειρησιακή δομή και διαρκή εγκληματική δράση, που επιδιώκει την τέλεση περισσότερων κακουργημάτων. Δεν αρκεί, δηλαδή, να έχουν διαπραχθεί σοβαρές οικονομικές παραβάσεις από πολλούς ανθρώπους ή να εμφανίζεται μια υπόθεση με μεγάλο αριθμό κατηγορουμένων. Ούτε καθίσταται αυτομάτως δεδομένη η κατηγορία για κάθε πρόσωπο που εμφανίζεται σε μια εταιρεία, σε ένα κατάστημα ή σε μια συναλλαγή. Πρέπει να τεκμηριώνονται όλα τα ειδικά χαρακτηριστικά που προβλέπει ο νόμος.
Και στις δύο προαναφερόμενες υποθέσεις, οι βασικοί εμπλεκόμενοι υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχει εγκληματική οργάνωση αλλά φορολογικές παραβάσεις που μπορούν να διευθετηθούν μετά από ενδελεχή
οικονομικό έλεγχο, τον οποίο πρέπει να κάνουν οι αρμόδιες Αρχές ( ΑΑΔΕ και ΕΦΚΑ) κι όχι με συλλήψεις- προφυλακίσεις.
Φυσικά ουδείς αντιλέγει στο ότι η αυστηρή ποινική αντιμετώπιση οργανωμένων οικονομικών εγκλημάτων είναι αναγκαία. Εξίσου αναγκαία, όμως, είναι η ακρίβεια στην απόδοση των κατηγοριών. Γιατί η προστασία του Δημοσίου από οργανωμένα σχήματα φοροδιαφυγής και απάτης δεν αντιφάσκει με την απαίτηση να εφαρμόζεται ο νόμος με συγκεκριμένα αποδεικτικά κριτήρια και σεβασμό στο τεκμήριο αθωότητας.
Για την Pizza Fan και το «Χωριάτικο» δεν μπορεί να γίνει οριστική αξιολόγηση καθώς πρόκειται για υποθέσεις που η διερεύνησή τους είναι ακόμη στην αρχή. Τα έως τώρα στοιχεία περιγράφουν, κατά τις αρχές, ενδείξεις οργανωμένης δράσης, αλλά η ορθότητα της κατηγορίας πρέπει να κριθεί από το πλήρες αποδεικτικό υλικό και εξατομικευμένα για κάθε κατηγορούμενο.
Και φυσικά το συμπέρασμα δεν είναι ότι η εγκληματική οργάνωση «αποδίδεται καταχρηστικά». Είναι ότι η συχνότητα με την οποία εμφανίζεται η κατηγορία δημιουργεί ερώτηματα για τη συνέπεια και την αυστηρότητα εφαρμογής των νόμιμων κριτηρίων.
