Εδώ και λίγες ημέρες τα τραπεζάκια της «Μουριάς» στα Εξάρχεια είναι συνέχεια γεμάτα. Όχι ότι το παραδοσιακό καφενείο στερούνταν ποτέ τους θαμώνες του. Όμως οι τελευταίες ημέρες αντιμετωπίζονται διαφορετικά.
Μετά από 111 χρόνια λειτουργίας το εμβληματικό μαγαζί βάζει τίτλους τέλους κι εκείνοι που το αγάπησαν περνούν για να αποτίσουν ένα φόρο τιμής με την παρουσία τους και ταυτόχρονα να απολαύσουν λίγο ακόμη ένα από τα τελευταία αυθεντικά σημεία της πόλης όπως υπήρξε κάποτε.
Η είδηση ότι η «Μουριά» απειλείται με κλείσιμο έγινε γνωστή αρχικά τον περασμένο Μάιο κι έπεσε στη γειτονιά σαν κεραυνός εν αιθρία. Μια γειτονιά που γνωρίζει την τύχη και των υπόλοιπων του κέντρου, έχοντας ήδη αλλάξει πολύ σε επίπεδο κατοικίας, λόγω της εξάπλωσης των Airbnb και των ξενοδοχείων, αλλά και σε επίπεδο συνάντησης και διασκέδασης με την έλευση των μαγαζιών για brunch και των wine bars. Η αλήθεια είναι, ότι ακόμη και οι πιο απαισιόδοξοι μέσα σε αυτόν τον κυκεώνα αλλαγών, έβλεπαν τη Μουριά ως μια ακλόνητη σταθερά. Ποιος θα τολμούσε να αναμετρηθεί με το ανάστημα της, με μία διαδρομή που ξεκίνησε να γράφεται το 1915;
Κι όμως. Από την επόμενη κιόλας εβδομάδα, η διασταύρωση στις οδούς Χαριλάου Τρικούπη και Καλλιδρομίου θα δείχνει λειψή. Στην πραγματικότητα η αλλαγή της ταυτότητας που υφίστανται τα Εξάρχεια, με την πτώση ενός τελευταίου οχυρού, βρίσκει πλέον και την εικόνα που παραπέμπει όσο καμία άλλη σε συμβολικό επίπεδο σε αυτή τη μεταβολή.
Η γειτονιά κινητοποιήθηκε πολύ. Όπως και άνθρωποι που πέρασαν από τη «Μουριά» και δεν την ξέχασαν. Αλλά κι εκείνοι που ακόμη κι αν δεν είχαν ιδιαίτερους δεσμούς, κατάλαβαν τι συμβολίζει ο άδικος χαμός ενός τοπόσημου, τίτλο που μπορούν να δικαιολογήσουν και με το παραπάνω οι βαθιές ρίζες του καφενείου μέσα στον χρόνο. Μέσα σε ελάχιστες μέρες συγκεντρώθηκαν πάνω από 6.000 υπογραφές προκειμένου να αναγνωριστεί το εμβληματικό καφενείο ως νεώτερο μνημείο σύγχρονης πολιτιστικής κληρονομιάς και να διασφαλιστεί η παρουσία του. Το αίτημα ακούστηκε πολύ πέρα από τα όρια της γειτονιάς.
Τον Ιούνιο του 2026, το Δημοτικό Συμβούλιο της Αθήνας στήριξε ομόφωνα το αίτημα του ιδιοκτήτη του καφενείου. Στο πλευρό της Μουριάς στάθηκαν επίσης φορείς όπως η Ένωση Επαγγελματιών Εστίασης Αθήνας. Οι διαδικασίες όμως για τη θεσμική αναγνώριση του καφενείου ως μνημείου αποδεικνύονται χρονοβόρες και άρα αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει απόφαση που να δεσμεύει την ιδιοκτησία. Η Μουριά κατεβάζει ρολά αύριο Σάββατο (31.10) μ’ ένα αποχαιρετιστήριο γλέντι και την Κυριακή ο Χρήστος Βάνας, ο άνθρωπος που δουλεύει το καφενείο κι εργάζεται σε αυτό εδώ και 44 χρόνια, παραδίδει τα κλειδιά στην ιδιοκτησία του ακινήτου.
Αποχαιρετισμός με μία ιστορία που έχουν να θυμούνται από τη Μουριά
Για κλείσιμο ενός αιωνόβιου καφενείου, που δεν μαζεύονταν οι άνθρωποι ως καταναλωτές αλλά ως μέλη μιας κοινότητας, κάνουν λόγο οι θαμώνες του. Μιλώντας στο Orange Press Agency εξηγούν γιατί η Μουριά υπήρξε τόσο σημαντική στην καθημερινότητά τους, αλλά κι ότι η βαθιά απογοήτευση που αισθάνονται δεν έχει να κάνει με το πού θα πίνουν απλά ένα καφέ, αλλά ότι το λουκέτο σηματοδοτεί μια πολύ διαφορετική εποχή γύρω από το πώς ζει ο κόσμος στις αθηναϊκές γειτονιές και έρχεται σε επαφή με τον διπλανό του.
Το μόνο καλό, που αφήνει όμως και μια πικρή γεύση ταυτόχρονα, είναι ότι τίποτα απ’ όσα έζησε ο κόσμος στη Μουριά δεν πρόκειται να χαθεί. Από μόνη της η διαδρομή που διέγραψε για έναν αιώνα και πλέον είναι μια σπάνια κατάκτηση. Όσοι υπήρξαν μέρος της θα αποτελούν πολύτιμο μέρος των μελλοντικών αφηγήσεων. Κι έτσι, τραπέζι το τραπέζι, κάθε ένας από τους θαμώνες είχε να μοιραστεί μία ιστορία που έχει να θυμάται από τη δική του Μουριά, εν είδες αποχαιρετισμού.
Στέλιος Γούτης: «Όποια ώρα και να περνούσες έβρισκες γνωστούς σου ανθρώπους»
Για το ευρύ κοινό ο Στέλιος Γούτης είναι συνυφασμένος με τον ρόλο του ως παπά-Τριαντάφυλλος στο «Καφέ της Χαράς». Στη Μουριά δεν μπαίνει ντυμένος ιερέας, αλλά έχει καταφέρει και στην πραγματική ζωή να συνδεθεί με την καθημερινότητα που περιστρέφεται γύρω από ένα καφενείο.
Ερωτηθείς για το τι σημαίνει για εκείνον η εξέλιξη, δεν έκρυψε τη θλίψη του, προσθέτοντας και τον λόγο που αισθάνεται σημαντική την απώλεια της Μουριάς, η οποία είχε ένα σπάνιο «καλό» για τις μέρες μας, την οικειότητα. «Δεν ξέρω τι να πω για τη Μουριά που κλείνει. Δεν είναι ευχάριστο. Αρκετά στενάχωρο, αλλά είχε ένα μοναδικό καλό. Οποιαδήποτε ώρα περνούσες, κυρίως το μεσημέρι, έβρισκες μερικούς ανθρώπους γνωστούς και είχες κάτι να πεις. Έτσι χάνουμε τώρα τη Μουριά, αλλά τον Βάνα δεν θα τον χάσουμε. Κάπου θα τον συναντήσουμε. Στα Πράματα, στα Άγναντα, στα Μάλαντα», λέει ο Στ. Γούτης. Θυμάται όμως πως η Μουριά γινόταν με ένα τρόπο πάλι μια αγκαλιά, ακόμη και στα δύσκολα, δίνοντας μέσα από το τσούγκρισμα άλλο νόημα στον θάνατο: «Και όταν δε κάποιος από την ομήγυρη αναχωρούσε για τον αγύριστο, ε, είχαμε δυο τρεις μέρες κάποιος να κεράσει τα τσίπουρα. Αυτά τα ολίγα και πολλά είναι».
«Παππού τώρα πού θα πίνεις εσύ τον καφέ σου;»
Μια ερώτηση που δέχτηκε από τον εγγονό του, μετά το κλείσιμο της Μουριάς, είναι η κουβέντα που σκέφτεται περισσότερο αυτές τις ημέρες ο Θανάσης: «Παππού τώρα πού θα πίνεις εσύ τον καφέ σου και εγώ την πορτοκαλάδα μου πια;». Μία φράση που επιβεβαιώνει πως η αγάπη για τη Μουριά, πέρασε σε πολλές περιπτώσεις μέσα στις δεκαετίες που πέρασαν, κυριολεκτικά από τη μία γενιά στην άλλη. Το δικό του παράδειγμα έχει ως εξής:
«Εγώ εδώ έφερνα την κόρη μου και έπινε πορτοκαλάδα. Η κόρη μου είναι 43 – 44 ετών. Όταν ήταν παιδάκι έξι, εφτά χρονών. Εδώ και δυο τρία χρόνια φέρνω τον εγγονό μου και πίνει και αυτός την πορτοκαλάδα του. Πρόσφατα που του είπα ότι το καφενείο θα κλείσει, μου λέει «’Παππού τώρα πού θα πίνεις εσύ τον καφέ σου και εγώ την πορτοκαλάδα μου πια;’»
Περιγράφοντας τη σχέση του με το καφενείο, ο Θανάσης ανατρέχει στις αρχές της δεκαετίας του ’70. «Πρωτοήρθα… Απ’ το χωριό ήρθα στην Αθήνα το ’71 και από το ’73 σε εκείνο το τραπεζάκι στη γωνία ήπια τον πρώτο μου καφέ». Όπως παρατηρεί, η Μουριά έχει καθιερώσει μια ανατρεπτική συνθήκη, που υπερβαίνει τους συνήθεις διαχωρισμούς, φέρνοντας γύρω από τα τραπέζια της ανθρώπους διαφορετικών καταβολών κι επαγγελμάτων. «Πέραν του ότι είναι ένα καφενείο παραδοσιακό είναι και το στέκι πολλών ανθρώπων, τεχνικών, ανθρώπων των γραμμάτων, γενικότερα».
«Μένουμε όλοι ξεκρέμαστοι»
Το ζήτημα για εκείνον δεν είναι σε ποιο άλλο σημείο των Εξαρχείων, αλλά το ότι ξηλώνεται ένα ολόκληρο κοινωνικό οικοσύστημα. «Λέω στα Εξάρχεια υπάρχουν δέκα καφέ που μπορώ να πιω καφέ οπουδήποτε. Τους ανθρώπους που έκανα παρέα δεν μπορώ να βρω και δεν θα τους βρίσκω. Αυτό είναι το πιο άσχημο πράγμα. Με τον Χρήστο (σ.σ ιδιοκτήτης της Μουριάς) είμαστε φίλοι σχεδόν πενήντα χρόνια. Εκεί που ήπια τον καφέ μου την πρώτη φορά ο Χρήστος σερβίριζε εδώ, το είχαν δύο ηλικιωμένοι κύριοι. Μετά το πήρε ο Χρήστος το μαγαζί. Θα μας λείψει όσο δεν μπορεί να φανταστεί άνθρωπος. Ήταν ένα στέκι και είναι μέχρι το Σάββατο ένα στέκι το οποίο είναι αναντικατάστατο.
» Τέρμα, τελείωσε. Έχει φτάσει σε κάποιο σημείο κάποτε να έρχονται εδώ, να κλείνονται δουλειές. Ο υδραυλικός, εγώ σαν ψυκτικός, ο άλλος ηλεκτρολόγος. Γίνονταν χίλια πράγματα και τώρα πλέον είμαστε όλοι, ειλικρινά σου μιλάω, ξεκρέμαστοι. Γιατί το να πάω να πιω κάπου ένα καφέ δεν μου λέει τίποτα. Τίποτα απολύτως. Καφέ πίνω οπουδήποτε. Οκ, αλλά δεν θα βρω το φίλο μου τον Ορέστη, τον Λευτέρη. Δεν πρόκειται να τους βρω για να πιούμε καφέ μαζί. Γιατί; Εδώ ήταν το στέκι μας. Τέρμα και τελείωσε».
«Ήταν ένα καφενείο που άνοιξε και για μας τις γυναίκες»
Εξίσου πολύτιμη ενάντια στα στερεότυπα, υπήρξε η συνεισφορά της Μουριάς σε σχέση με την παρουσία της γυναίκας σε ένα κατά κανόνα ανδροκρατούμενο περιβάλλον. Σε αντίθεση με άλλα στέκια, όπου η παρουσία των αντρών κυριαρχεί, η Μουριά υπήρξε για τη Ζωή «ένας τόπος που έκανε φίλους και την έκανε να νιώθει καλά».
«Η αγαπημένη μας Μουριά θα κλείσει, θα μας εγκαταλείψει. Είναι ένας τόπος για μένα τέχνης και αξιόλογων ανθρώπων. Από μια απλή αφίσα, από έναν πίνακα ζωγραφικής που κάποιος καλλιτέχνης άφησε ή που εμπνεύστηκε. Έκανα φίλους εδώ. Είναι η γειτονιά μου. Ήταν ένα καφενείο που άνοιξε και για μας τις γυναίκες και αισθανόμασταν και πολύ καλά. Οι παρουσιάσεις των βιβλίων που γίνονταν εδώ και πολιτικές συγκεντρώσεις και πολιτικές προσωπικότητες, αλλά πραγματικά και οι καλλιτέχνες που δημιούργησαν ιστορικές φωτογραφίες από ιστορικά γεγονότα, όπως παραδείγματος χάρη την ανοιχτή συνέλευση της Νομικής, την ανοιχτή συνέλευση με ανοιχτή ψηφοφορία, ένα ντοκουμέντο που υπήρχε εδώ μέσα σε αυτό το μαγαζί».
«Υπάρχουν πολλά μαγαζιά εδώ γύρω, αλλά κανένα δεν έχει την ψυχή της»
Στο ίδιο τραπέζι κάθεται ο Κώστας με τη σκυλίτσα του τη Ζέλντα, η οποία έχει και τη δική της καρέκλα στο μαγαζί. «Το όνομά της το έγραψε από πίσω ο ίδιος ο Χρήστος». «Η Ζέλντα εδώ μεγάλωσε», συνεχίζει ο κ. Κώστας που θεωρεί ότι «ακόμη ένα έμψυχο μαγαζί φεύγει».
Όπως λέει, «υπάρχουν πολλά μαγαζιά γύρω γύρω», αλλά, «κανένα δεν έχει την ψυχή της Μουριάς». Αυτή σφυρηλατήθηκε από την «οικογενειακή ατμόσφαιρα που υπάρχει εδώ». «Με άλλους είμαστε φίλοι, με άλλους δεν είμαστε φίλοι, αλλά όλοι είμαστε γνωστοί. Μιλάμε, συζητάμε. Είναι ένα κέντρο επικοινωνίας, ανταλλαγής ιδεών, απόψεων», τονίζει ο Κώστας.
Στον κοινοτικό χαρακτήρα των καφενείων στα Εξάρχεια στέκεται και ο Αργύρης. «Έτσι όπως είναι και διασπαρμένα, αποτελούν ένα κοινοτικό σημείο ζωής, το οποίο έχει τους δικούς του θαμώνες που είναι πιστοί, τον δικό του τρόπο σκέψης και τον δικό του τρόπο αντίληψης πάνω στα πράγματα».
Το κλείσιμο της Μουριάς σηματοδοτεί και για εκείνον το τέλος μιας εποχής, καθώς μαζί με το ιστορικό καφενείο χάνεται σταδιακά και μια ολόκληρη κουλτούρα.
«Το πώς περνάς από τους χώρους οι οποίοι ζυμώνανε μια κοινοτική συμβίωση και έναν κοινοτικό τρόπο σκέψης, γιατί αυτό είναι στην ουσία που σηματοδοτούν τα καφενεία και το βλέπουμε και γενικότερα στα Εξάρχεια. Άλλα ήταν αριστερά, άλλα ήταν δεξιά, άλλα ήταν μεικτά. Δυστυχώς με το gentrification και αυτά που γίνονται στην ευρύτερη περιοχή σηματοδοτεί μια αλλαγή και μας δείχνει ότι βρισκόμαστε σε μια εποχή όπου έρχονται οι νέοι αναπληρωτές. Είναι οι τουρίστες, είναι οι ξένοι, είναι οι πιο trendy, οι χίπστερς. Δεν ξέρω πόσα ονόματα μπορούμε να τους πούμε, που έρχονται να αναπληρώσουν το παραδοσιακό κομμάτι που υπήρχε στην περιοχή».
«Το επόμενο trendy στέκι που θα δημιουργηθεί δεν πρόκειται ποτέ να φτιάξει κοινότητα»
Σε αυτό το σημείο, ο Αργύρης διευκρινίζει ότι ο προβληματισμός για την εξέλιξη της περιοχής δεν πηγάζει από τη νοσταλγία για το παρελθόν. Όπως εξηγεί, η κρίσιμη διαφορά βρίσκεται στο γεγονός ότι «το επόμενο trendy στέκι που θα δημιουργηθεί εδώ, σε αυτόν τον χώρο, με το υψηλότερο ενοίκιο, δεν πρόκειται ποτέ να φτιάξει κοινότητα, δεν πρόκειται ποτέ να αποκτήσει θαμώνες και δεν πρόκειται ποτέ να συνδεθεί με τη γειτονιά. Και αυτό είναι το σημαντικό που πρέπει να καταλάβουμε».
Ακόμη κι έτσι, ωστόσο, εκείνο που έχει μεγαλύτερη σημασία για τον Αργύρη είναι να μη σβήσει από τη συλλογική μνήμη ούτε η ιστορία της Μουριάς ούτε εκείνη της περιοχής. «Όχι πένθος ούτε θρήνος, γιατί είναι ένα κομμάτι μέρος της ιστορίας μας. Αυτό και θα παραμείνει. Ούτως ή άλλως τα Εξάρχεια έχουν μάθει και να νικάνε και έχουν μάθει τις περισσότερες φορές να χάνουν. Ένα κομμάτι που δεν έχασε ποτέ, αλλά είναι ένα κομμάτι νίκης του κοινωνικού επί του εμπορικού, είναι το κομμάτι της Μουριάς. Ας μην το ξεχνάμε ποτέ αυτό».
«Οι δημοσιογράφοι ποτέ δεν μαθαίνουν ένα νέο, αν δεν μαθευτεί πρώτα στη Μουριά»
Ως ένα καφενείο-γειτονιά, όπου «βλέπεις γνωστούς, φίλους και συμπαθείς και αντιπαθείς, κατά κανόνα συμπαθείς», περιγράφει τη Μουριά ο Επαμεινώνδας.
Η συγκέντρωση ανθρώπων με διαφορετικές καταβολές και χαρακτηριστικά ήταν, σύμφωνα με τον ίδιο, εκείνη που έδινε στο καφενείο και τον ρόλο ενός άτυπου πολιτικού βαρόμετρου.
«Εδώ μάθαινες δέκα μέρες πριν από τις εκλογές ποιο κόμμα θα βγει πρώτο, άσχετα αν αυτοί δεν το ψήφιζαν ή όχι», αναφέρει χαρακτηριστικά, συμπληρώνοντας με μια ακόμη χαρακτηριστική παρατήρηση: «Οι δημοσιογράφοι ποτέ δεν μαθαίνουν ένα νέο αν πρώτα δεν μαθευτεί στη Μουριά».
«Ενταφιάζεται η πολιτική μας νιότη»
Μια ακόμη διήγηση για τα παλιά έρχεται από τον Στρατή, που κάποτε θυμάται να είναι ο μικρός του καφενείου. «Ήμουν 40 ετών τότε και είχαμε ένα κεντρικό τραπεζάκι όπου καθόντουσαν οι θαμώνες μόνο οι θαμώνες. Δηλαδή δεν χρειαζόταν να βρεις παρέα. Ήξερες ότι θα καθίσεις εκεί στο κέντρο που έρχονταν οι θαμώνες, εκ των οποίων τουλάχιστον έξι, εφτά έχουν φύγει από τη ζωή πια δεν υπάρχουν».
Ανάμεσα στις αμέτρητες συζητήσεις που έχει λάβει μέρος, ξεχωρίζει εκείνες όπου δίνονταν «ομηρικές μάχες για τον ίδιο τον Όμηρο, για την Ιλιάδα ή την Οδύσσεια και μετά βεβαίως για την πολιτική και μετά για τη λογοτεχνία. Πραγματικά, ένα φαινόμενο που εκλείπει πια από την Αθήνα, δεν υπάρχουν παραδοσιακά καφενεία και όσα υπάρχουν έχουν και στοιχεία μοντέρνα, τα οποία έχουν αλλοιώσει την πραγματική ψυχογνωμία των καφενείων».
Ενδεικτική είναι η ιστορία που ανακαλεί με έναν οικοδόμο, «ο οποίος ήταν στην παρέα των μόνιμων θαμώνων». «Κάθε Παρασκευή μαζευόμαστε από το μεσημέρι και γινόμαστε τύφλα στο μεθύσι. Μεγάλοι και μικροί όλοι. Κάποια στιγμή λοιπόν ένας θαμώνας λέει σε αυτόν τον φίλο μου, τον φίλο μας, τον οικοδόμο, να τον πάει σπίτι. Ξεκινάνε τύφλα στο μεθύσι με ένα παπάκι από δω για να πάνε προς την Πανόρμου. Κρεμασμένος ο άλλος από πίσω οδοντίατρος, ο άλλος από πίσω του λέει ‘σε παρακαλώ, από δω δεξιά είναι το σπίτι μου’, λέει. Γυρνάει νευριασμένος πίσω και του λέει ‘Άκου να σου πω κάτι. Εμένα το μηχανάκι μου δεν πάει ποτέ δεξιά’ και έκανε πολλούς κύκλους μέχρι να τον πάει σπίτι και τον πήγε τελικά, αλλά έκανε δύο τρία χιλιόμετρα παραπάνω!».
Κλείνοντας ο Στρατής αποχαιρετά τη Μουριά κι όσα έζησε με έκδηλη λύπη, αλλά και με την ευχή να βρουν και πάλι τα πράγματα τον δρόμο τους. «Είναι ένας χώρος που ενταφιάζεται, να το πω, η πολιτική μας νιότη. Είναι ένα καφενείο με πολιτικοποιημένους ανθρώπους. Δεν λέω κομματικοποιημένους μόνο, εννοώ και πολιτικοποιημένο κόσμο. Έχουν περάσει ιστορικές μορφές από εδώ, δημοσιογράφοι, πολιτικοί, καλλιτέχνες. Κάπου κλείνει ένα κεφάλαιο ζωής, που ελπίζω και εύχομαι να ανοίξει ένα καινούργιο που να έχει το ίδιο ενδιαφέρον και να δημιουργήσει καινούργιες αναμνήσεις».
Διαβάστε περισσότερα στο iefimerida.gr

Εδώ και λίγες ημέρες τα τραπεζάκια της «Μουριάς» στα Εξάρχεια είναι συνέχεια γεμάτα. Όχι ότι το παραδοσιακό καφενείο στερούνταν ποτέ τους θαμώνες του. Όμως οι τελευταίες ημέρες αντιμετωπίζονται διαφορετικά.
Μετά από 111 χρόνια λειτουργίας το εμβληματικό μαγαζί βάζει τίτλους τέλους κι εκείνοι που το αγάπησαν περνούν για να αποτίσουν ένα φόρο τιμής με την παρουσία τους και ταυτόχρονα να απολαύσουν λίγο ακόμη ένα από τα τελευταία αυθεντικά σημεία της πόλης όπως υπήρξε κάποτε.
Η είδηση ότι η «Μουριά» απειλείται με κλείσιμο έγινε γνωστή αρχικά τον περασμένο Μάιο κι έπεσε στη γειτονιά σαν κεραυνός εν αιθρία. Μια γειτονιά που γνωρίζει την τύχη και των υπόλοιπων του κέντρου, έχοντας ήδη αλλάξει πολύ σε επίπεδο κατοικίας, λόγω της εξάπλωσης των Airbnb και των ξενοδοχείων, αλλά και σε επίπεδο συνάντησης και διασκέδασης με την έλευση των μαγαζιών για brunch και των wine bars. Η αλήθεια είναι, ότι ακόμη και οι πιο απαισιόδοξοι μέσα σε αυτόν τον κυκεώνα αλλαγών, έβλεπαν τη Μουριά ως μια ακλόνητη σταθερά. Ποιος θα τολμούσε να αναμετρηθεί με το ανάστημα της, με μία διαδρομή που ξεκίνησε να γράφεται το 1915;
Κι όμως. Από την επόμενη κιόλας εβδομάδα, η διασταύρωση στις οδούς Χαριλάου Τρικούπη και Καλλιδρομίου θα δείχνει λειψή. Στην πραγματικότητα η αλλαγή της ταυτότητας που υφίστανται τα Εξάρχεια, με την πτώση ενός τελευταίου οχυρού, βρίσκει πλέον και την εικόνα που παραπέμπει όσο καμία άλλη σε συμβολικό επίπεδο σε αυτή τη μεταβολή.
Η γειτονιά κινητοποιήθηκε πολύ. Όπως και άνθρωποι που πέρασαν από τη «Μουριά» και δεν την ξέχασαν. Αλλά κι εκείνοι που ακόμη κι αν δεν είχαν ιδιαίτερους δεσμούς, κατάλαβαν τι συμβολίζει ο άδικος χαμός ενός τοπόσημου, τίτλο που μπορούν να δικαιολογήσουν και με το παραπάνω οι βαθιές ρίζες του καφενείου μέσα στον χρόνο. Μέσα σε ελάχιστες μέρες συγκεντρώθηκαν πάνω από 6.000 υπογραφές προκειμένου να αναγνωριστεί το εμβληματικό καφενείο ως νεώτερο μνημείο σύγχρονης πολιτιστικής κληρονομιάς και να διασφαλιστεί η παρουσία του. Το αίτημα ακούστηκε πολύ πέρα από τα όρια της γειτονιάς.
Τον Ιούνιο του 2026, το Δημοτικό Συμβούλιο της Αθήνας στήριξε ομόφωνα το αίτημα του ιδιοκτήτη του καφενείου. Στο πλευρό της Μουριάς στάθηκαν επίσης φορείς όπως η Ένωση Επαγγελματιών Εστίασης Αθήνας. Οι διαδικασίες όμως για τη θεσμική αναγνώριση του καφενείου ως μνημείου αποδεικνύονται χρονοβόρες και άρα αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει απόφαση που να δεσμεύει την ιδιοκτησία. Η Μουριά κατεβάζει ρολά αύριο Σάββατο (31.10) μ’ ένα αποχαιρετιστήριο γλέντι και την Κυριακή ο Χρήστος Βάνας, ο άνθρωπος που δουλεύει το καφενείο κι εργάζεται σε αυτό εδώ και 44 χρόνια, παραδίδει τα κλειδιά στην ιδιοκτησία του ακινήτου.
Αποχαιρετισμός με μία ιστορία που έχουν να θυμούνται από τη Μουριά
Για κλείσιμο ενός αιωνόβιου καφενείου, που δεν μαζεύονταν οι άνθρωποι ως καταναλωτές αλλά ως μέλη μιας κοινότητας, κάνουν λόγο οι θαμώνες του. Μιλώντας στο Orange Press Agency εξηγούν γιατί η Μουριά υπήρξε τόσο σημαντική στην καθημερινότητά τους, αλλά κι ότι η βαθιά απογοήτευση που αισθάνονται δεν έχει να κάνει με το πού θα πίνουν απλά ένα καφέ, αλλά ότι το λουκέτο σηματοδοτεί μια πολύ διαφορετική εποχή γύρω από το πώς ζει ο κόσμος στις αθηναϊκές γειτονιές και έρχεται σε επαφή με τον διπλανό του.
Το μόνο καλό, που αφήνει όμως και μια πικρή γεύση ταυτόχρονα, είναι ότι τίποτα απ’ όσα έζησε ο κόσμος στη Μουριά δεν πρόκειται να χαθεί. Από μόνη της η διαδρομή που διέγραψε για έναν αιώνα και πλέον είναι μια σπάνια κατάκτηση. Όσοι υπήρξαν μέρος της θα αποτελούν πολύτιμο μέρος των μελλοντικών αφηγήσεων. Κι έτσι, τραπέζι το τραπέζι, κάθε ένας από τους θαμώνες είχε να μοιραστεί μία ιστορία που έχει να θυμάται από τη δική του Μουριά, εν είδες αποχαιρετισμού.
Στέλιος Γούτης: «Όποια ώρα και να περνούσες έβρισκες γνωστούς σου ανθρώπους»
Για το ευρύ κοινό ο Στέλιος Γούτης είναι συνυφασμένος με τον ρόλο του ως παπά-Τριαντάφυλλος στο «Καφέ της Χαράς». Στη Μουριά δεν μπαίνει ντυμένος ιερέας, αλλά έχει καταφέρει και στην πραγματική ζωή να συνδεθεί με την καθημερινότητα που περιστρέφεται γύρω από ένα καφενείο.
Ερωτηθείς για το τι σημαίνει για εκείνον η εξέλιξη, δεν έκρυψε τη θλίψη του, προσθέτοντας και τον λόγο που αισθάνεται σημαντική την απώλεια της Μουριάς, η οποία είχε ένα σπάνιο «καλό» για τις μέρες μας, την οικειότητα. «Δεν ξέρω τι να πω για τη Μουριά που κλείνει. Δεν είναι ευχάριστο. Αρκετά στενάχωρο, αλλά είχε ένα μοναδικό καλό. Οποιαδήποτε ώρα περνούσες, κυρίως το μεσημέρι, έβρισκες μερικούς ανθρώπους γνωστούς και είχες κάτι να πεις. Έτσι χάνουμε τώρα τη Μουριά, αλλά τον Βάνα δεν θα τον χάσουμε. Κάπου θα τον συναντήσουμε. Στα Πράματα, στα Άγναντα, στα Μάλαντα», λέει ο Στ. Γούτης. Θυμάται όμως πως η Μουριά γινόταν με ένα τρόπο πάλι μια αγκαλιά, ακόμη και στα δύσκολα, δίνοντας μέσα από το τσούγκρισμα άλλο νόημα στον θάνατο: «Και όταν δε κάποιος από την ομήγυρη αναχωρούσε για τον αγύριστο, ε, είχαμε δυο τρεις μέρες κάποιος να κεράσει τα τσίπουρα. Αυτά τα ολίγα και πολλά είναι».
«Παππού τώρα πού θα πίνεις εσύ τον καφέ σου;»
Μια ερώτηση που δέχτηκε από τον εγγονό του, μετά το κλείσιμο της Μουριάς, είναι η κουβέντα που σκέφτεται περισσότερο αυτές τις ημέρες ο Θανάσης: «Παππού τώρα πού θα πίνεις εσύ τον καφέ σου και εγώ την πορτοκαλάδα μου πια;». Μία φράση που επιβεβαιώνει πως η αγάπη για τη Μουριά, πέρασε σε πολλές περιπτώσεις μέσα στις δεκαετίες που πέρασαν, κυριολεκτικά από τη μία γενιά στην άλλη. Το δικό του παράδειγμα έχει ως εξής:
«Εγώ εδώ έφερνα την κόρη μου και έπινε πορτοκαλάδα. Η κόρη μου είναι 43 – 44 ετών. Όταν ήταν παιδάκι έξι, εφτά χρονών. Εδώ και δυο τρία χρόνια φέρνω τον εγγονό μου και πίνει και αυτός την πορτοκαλάδα του. Πρόσφατα που του είπα ότι το καφενείο θα κλείσει, μου λέει «’Παππού τώρα πού θα πίνεις εσύ τον καφέ σου και εγώ την πορτοκαλάδα μου πια;’»
Περιγράφοντας τη σχέση του με το καφενείο, ο Θανάσης ανατρέχει στις αρχές της δεκαετίας του ’70. «Πρωτοήρθα… Απ’ το χωριό ήρθα στην Αθήνα το ’71 και από το ’73 σε εκείνο το τραπεζάκι στη γωνία ήπια τον πρώτο μου καφέ». Όπως παρατηρεί, η Μουριά έχει καθιερώσει μια ανατρεπτική συνθήκη, που υπερβαίνει τους συνήθεις διαχωρισμούς, φέρνοντας γύρω από τα τραπέζια της ανθρώπους διαφορετικών καταβολών κι επαγγελμάτων. «Πέραν του ότι είναι ένα καφενείο παραδοσιακό είναι και το στέκι πολλών ανθρώπων, τεχνικών, ανθρώπων των γραμμάτων, γενικότερα».
«Μένουμε όλοι ξεκρέμαστοι»
Το ζήτημα για εκείνον δεν είναι σε ποιο άλλο σημείο των Εξαρχείων, αλλά το ότι ξηλώνεται ένα ολόκληρο κοινωνικό οικοσύστημα. «Λέω στα Εξάρχεια υπάρχουν δέκα καφέ που μπορώ να πιω καφέ οπουδήποτε. Τους ανθρώπους που έκανα παρέα δεν μπορώ να βρω και δεν θα τους βρίσκω. Αυτό είναι το πιο άσχημο πράγμα. Με τον Χρήστο (σ.σ ιδιοκτήτης της Μουριάς) είμαστε φίλοι σχεδόν πενήντα χρόνια. Εκεί που ήπια τον καφέ μου την πρώτη φορά ο Χρήστος σερβίριζε εδώ, το είχαν δύο ηλικιωμένοι κύριοι. Μετά το πήρε ο Χρήστος το μαγαζί. Θα μας λείψει όσο δεν μπορεί να φανταστεί άνθρωπος. Ήταν ένα στέκι και είναι μέχρι το Σάββατο ένα στέκι το οποίο είναι αναντικατάστατο.
» Τέρμα, τελείωσε. Έχει φτάσει σε κάποιο σημείο κάποτε να έρχονται εδώ, να κλείνονται δουλειές. Ο υδραυλικός, εγώ σαν ψυκτικός, ο άλλος ηλεκτρολόγος. Γίνονταν χίλια πράγματα και τώρα πλέον είμαστε όλοι, ειλικρινά σου μιλάω, ξεκρέμαστοι. Γιατί το να πάω να πιω κάπου ένα καφέ δεν μου λέει τίποτα. Τίποτα απολύτως. Καφέ πίνω οπουδήποτε. Οκ, αλλά δεν θα βρω το φίλο μου τον Ορέστη, τον Λευτέρη. Δεν πρόκειται να τους βρω για να πιούμε καφέ μαζί. Γιατί; Εδώ ήταν το στέκι μας. Τέρμα και τελείωσε».
«Ήταν ένα καφενείο που άνοιξε και για μας τις γυναίκες»
Εξίσου πολύτιμη ενάντια στα στερεότυπα, υπήρξε η συνεισφορά της Μουριάς σε σχέση με την παρουσία της γυναίκας σε ένα κατά κανόνα ανδροκρατούμενο περιβάλλον. Σε αντίθεση με άλλα στέκια, όπου η παρουσία των αντρών κυριαρχεί, η Μουριά υπήρξε για τη Ζωή «ένας τόπος που έκανε φίλους και την έκανε να νιώθει καλά».
«Η αγαπημένη μας Μουριά θα κλείσει, θα μας εγκαταλείψει. Είναι ένας τόπος για μένα τέχνης και αξιόλογων ανθρώπων. Από μια απλή αφίσα, από έναν πίνακα ζωγραφικής που κάποιος καλλιτέχνης άφησε ή που εμπνεύστηκε. Έκανα φίλους εδώ. Είναι η γειτονιά μου. Ήταν ένα καφενείο που άνοιξε και για μας τις γυναίκες και αισθανόμασταν και πολύ καλά. Οι παρουσιάσεις των βιβλίων που γίνονταν εδώ και πολιτικές συγκεντρώσεις και πολιτικές προσωπικότητες, αλλά πραγματικά και οι καλλιτέχνες που δημιούργησαν ιστορικές φωτογραφίες από ιστορικά γεγονότα, όπως παραδείγματος χάρη την ανοιχτή συνέλευση της Νομικής, την ανοιχτή συνέλευση με ανοιχτή ψηφοφορία, ένα ντοκουμέντο που υπήρχε εδώ μέσα σε αυτό το μαγαζί».
«Υπάρχουν πολλά μαγαζιά εδώ γύρω, αλλά κανένα δεν έχει την ψυχή της»
Στο ίδιο τραπέζι κάθεται ο Κώστας με τη σκυλίτσα του τη Ζέλντα, η οποία έχει και τη δική της καρέκλα στο μαγαζί. «Το όνομά της το έγραψε από πίσω ο ίδιος ο Χρήστος». «Η Ζέλντα εδώ μεγάλωσε», συνεχίζει ο κ. Κώστας που θεωρεί ότι «ακόμη ένα έμψυχο μαγαζί φεύγει».
Όπως λέει, «υπάρχουν πολλά μαγαζιά γύρω γύρω», αλλά, «κανένα δεν έχει την ψυχή της Μουριάς». Αυτή σφυρηλατήθηκε από την «οικογενειακή ατμόσφαιρα που υπάρχει εδώ». «Με άλλους είμαστε φίλοι, με άλλους δεν είμαστε φίλοι, αλλά όλοι είμαστε γνωστοί. Μιλάμε, συζητάμε. Είναι ένα κέντρο επικοινωνίας, ανταλλαγής ιδεών, απόψεων», τονίζει ο Κώστας.
Στον κοινοτικό χαρακτήρα των καφενείων στα Εξάρχεια στέκεται και ο Αργύρης. «Έτσι όπως είναι και διασπαρμένα, αποτελούν ένα κοινοτικό σημείο ζωής, το οποίο έχει τους δικούς του θαμώνες που είναι πιστοί, τον δικό του τρόπο σκέψης και τον δικό του τρόπο αντίληψης πάνω στα πράγματα».
Το κλείσιμο της Μουριάς σηματοδοτεί και για εκείνον το τέλος μιας εποχής, καθώς μαζί με το ιστορικό καφενείο χάνεται σταδιακά και μια ολόκληρη κουλτούρα.
«Το πώς περνάς από τους χώρους οι οποίοι ζυμώνανε μια κοινοτική συμβίωση και έναν κοινοτικό τρόπο σκέψης, γιατί αυτό είναι στην ουσία που σηματοδοτούν τα καφενεία και το βλέπουμε και γενικότερα στα Εξάρχεια. Άλλα ήταν αριστερά, άλλα ήταν δεξιά, άλλα ήταν μεικτά. Δυστυχώς με το gentrification και αυτά που γίνονται στην ευρύτερη περιοχή σηματοδοτεί μια αλλαγή και μας δείχνει ότι βρισκόμαστε σε μια εποχή όπου έρχονται οι νέοι αναπληρωτές. Είναι οι τουρίστες, είναι οι ξένοι, είναι οι πιο trendy, οι χίπστερς. Δεν ξέρω πόσα ονόματα μπορούμε να τους πούμε, που έρχονται να αναπληρώσουν το παραδοσιακό κομμάτι που υπήρχε στην περιοχή».
«Το επόμενο trendy στέκι που θα δημιουργηθεί δεν πρόκειται ποτέ να φτιάξει κοινότητα»
Σε αυτό το σημείο, ο Αργύρης διευκρινίζει ότι ο προβληματισμός για την εξέλιξη της περιοχής δεν πηγάζει από τη νοσταλγία για το παρελθόν. Όπως εξηγεί, η κρίσιμη διαφορά βρίσκεται στο γεγονός ότι «το επόμενο trendy στέκι που θα δημιουργηθεί εδώ, σε αυτόν τον χώρο, με το υψηλότερο ενοίκιο, δεν πρόκειται ποτέ να φτιάξει κοινότητα, δεν πρόκειται ποτέ να αποκτήσει θαμώνες και δεν πρόκειται ποτέ να συνδεθεί με τη γειτονιά. Και αυτό είναι το σημαντικό που πρέπει να καταλάβουμε».
Ακόμη κι έτσι, ωστόσο, εκείνο που έχει μεγαλύτερη σημασία για τον Αργύρη είναι να μη σβήσει από τη συλλογική μνήμη ούτε η ιστορία της Μουριάς ούτε εκείνη της περιοχής. «Όχι πένθος ούτε θρήνος, γιατί είναι ένα κομμάτι μέρος της ιστορίας μας. Αυτό και θα παραμείνει. Ούτως ή άλλως τα Εξάρχεια έχουν μάθει και να νικάνε και έχουν μάθει τις περισσότερες φορές να χάνουν. Ένα κομμάτι που δεν έχασε ποτέ, αλλά είναι ένα κομμάτι νίκης του κοινωνικού επί του εμπορικού, είναι το κομμάτι της Μουριάς. Ας μην το ξεχνάμε ποτέ αυτό».
«Οι δημοσιογράφοι ποτέ δεν μαθαίνουν ένα νέο, αν δεν μαθευτεί πρώτα στη Μουριά»
Ως ένα καφενείο-γειτονιά, όπου «βλέπεις γνωστούς, φίλους και συμπαθείς και αντιπαθείς, κατά κανόνα συμπαθείς», περιγράφει τη Μουριά ο Επαμεινώνδας.
Η συγκέντρωση ανθρώπων με διαφορετικές καταβολές και χαρακτηριστικά ήταν, σύμφωνα με τον ίδιο, εκείνη που έδινε στο καφενείο και τον ρόλο ενός άτυπου πολιτικού βαρόμετρου.
«Εδώ μάθαινες δέκα μέρες πριν από τις εκλογές ποιο κόμμα θα βγει πρώτο, άσχετα αν αυτοί δεν το ψήφιζαν ή όχι», αναφέρει χαρακτηριστικά, συμπληρώνοντας με μια ακόμη χαρακτηριστική παρατήρηση: «Οι δημοσιογράφοι ποτέ δεν μαθαίνουν ένα νέο αν πρώτα δεν μαθευτεί στη Μουριά».
«Ενταφιάζεται η πολιτική μας νιότη»
Μια ακόμη διήγηση για τα παλιά έρχεται από τον Στρατή, που κάποτε θυμάται να είναι ο μικρός του καφενείου. «Ήμουν 40 ετών τότε και είχαμε ένα κεντρικό τραπεζάκι όπου καθόντουσαν οι θαμώνες μόνο οι θαμώνες. Δηλαδή δεν χρειαζόταν να βρεις παρέα. Ήξερες ότι θα καθίσεις εκεί στο κέντρο που έρχονταν οι θαμώνες, εκ των οποίων τουλάχιστον έξι, εφτά έχουν φύγει από τη ζωή πια δεν υπάρχουν».
Ανάμεσα στις αμέτρητες συζητήσεις που έχει λάβει μέρος, ξεχωρίζει εκείνες όπου δίνονταν «ομηρικές μάχες για τον ίδιο τον Όμηρο, για την Ιλιάδα ή την Οδύσσεια και μετά βεβαίως για την πολιτική και μετά για τη λογοτεχνία. Πραγματικά, ένα φαινόμενο που εκλείπει πια από την Αθήνα, δεν υπάρχουν παραδοσιακά καφενεία και όσα υπάρχουν έχουν και στοιχεία μοντέρνα, τα οποία έχουν αλλοιώσει την πραγματική ψυχογνωμία των καφενείων».
Ενδεικτική είναι η ιστορία που ανακαλεί με έναν οικοδόμο, «ο οποίος ήταν στην παρέα των μόνιμων θαμώνων». «Κάθε Παρασκευή μαζευόμαστε από το μεσημέρι και γινόμαστε τύφλα στο μεθύσι. Μεγάλοι και μικροί όλοι. Κάποια στιγμή λοιπόν ένας θαμώνας λέει σε αυτόν τον φίλο μου, τον φίλο μας, τον οικοδόμο, να τον πάει σπίτι. Ξεκινάνε τύφλα στο μεθύσι με ένα παπάκι από δω για να πάνε προς την Πανόρμου. Κρεμασμένος ο άλλος από πίσω οδοντίατρος, ο άλλος από πίσω του λέει ‘σε παρακαλώ, από δω δεξιά είναι το σπίτι μου’, λέει. Γυρνάει νευριασμένος πίσω και του λέει ‘Άκου να σου πω κάτι. Εμένα το μηχανάκι μου δεν πάει ποτέ δεξιά’ και έκανε πολλούς κύκλους μέχρι να τον πάει σπίτι και τον πήγε τελικά, αλλά έκανε δύο τρία χιλιόμετρα παραπάνω!».
Κλείνοντας ο Στρατής αποχαιρετά τη Μουριά κι όσα έζησε με έκδηλη λύπη, αλλά και με την ευχή να βρουν και πάλι τα πράγματα τον δρόμο τους. «Είναι ένας χώρος που ενταφιάζεται, να το πω, η πολιτική μας νιότη. Είναι ένα καφενείο με πολιτικοποιημένους ανθρώπους. Δεν λέω κομματικοποιημένους μόνο, εννοώ και πολιτικοποιημένο κόσμο. Έχουν περάσει ιστορικές μορφές από εδώ, δημοσιογράφοι, πολιτικοί, καλλιτέχνες. Κάπου κλείνει ένα κεφάλαιο ζωής, που ελπίζω και εύχομαι να ανοίξει ένα καινούργιο που να έχει το ίδιο ενδιαφέρον και να δημιουργήσει καινούργιες αναμνήσεις».
