Δεσμευμένοι τραπεζικοί λογαριασμοί και περιορισμοί στη διαχείριση περιουσίας, που σύμφωνα με τον νόμο έπρεπε να είχαν αρθεί από το 2021, οδήγησαν τελικά μια υπόθεση μέχρι το Συμβούλιο της Επικρατείας.
Και αυτό γιατί, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. 553/2026 απόφαση του Β’ Τμήματος, η φορολογική διοίκηση δεν προχώρησε, ως όφειλε, στην αυτεπάγγελτη άρση των μέτρων ούτε ενημέρωσε τις αρμόδιες υπηρεσίες, με αποτέλεσμα να απασχοληθεί το ανώτατο δικαστήριο με μια υπόθεση που είχε ήδη κλείσει με βάση τον νόμο, 5 χρόνια πριν. Η εν λόγω περίπτωση, η οποία δεν είναι η μοναδική, αναδεικνύει μια χαρακτηριστική δυσλειτουργία του συστήματος.
Την ώρα που το υπουργείο Δικαιοσύνης προωθεί συνεχώς μέτρα για την επιτάχυνση στην απονομή της δικαιοσύνης, το Συμβούλιο της Επικρατείας, το Ανώτατο δηλαδή Δικαστήριο της χώρας, απασχολήθηκε για μια υπόθεση της οποίας το αντικείμενο είχε ήδη εκλείψει. Μάλιστα, ορίστηκε και νέα δικάσιμος, προκειμένου η φορολογική αρχή να προσκομίσει την τυπική πράξη άρσης των μέτρων. Η εξέλιξη αυτή γεννά ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί συνολικά ο διοικητικός μηχανισμός και η προετοιμασία των υποθέσεων πριν αυτές φτάσουν στο ακροατήριο.
Οι παραλείψεις
Τα διασφαλιστικά μέτρα, που λαμβάνονται σε περιπτώσεις σοβαρής φοροδιαφυγής, όπως η μη απόδοση παρακρατούμενων φόρων άνω των 150.000 ευρώ, και μπορεί να περιλαμβάνουν τη δέσμευση του 50% των τραπεζικών καταθέσεων και λογαριασμών, τη δέσμευση θυρίδων και περιορισμούς στη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων, είχαν επιβληθεί το 2016. Βάσει του τότε ισχύοντος άρθρου 46 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, έπρεπε να αρθούν με τη συμπλήρωση πενταετίας, δηλαδή το 2021.
Ωστόσο, η αρμόδια φορολογική αρχή δεν προχώρησε στην έκδοση της σχετικής πράξης ούτε ενημέρωσε τις εμπλεκόμενες υπηρεσίες, με αποτέλεσμα η δικαστική διαδικασία να συνεχιστεί σαν να εξακολουθούσαν τα μέτρα να ισχύουν.
Στο Ανώτατο Δικαστήριο είχε προσφύγει η νόμιμη εκπρόσωπος ανώνυμης εταιρείας, στην οποία είχαν επιβληθεί τα μέτρα, μετά τον καταλογισμό οφειλών από τέλη χαρτοσήμου και εισφορά υπέρ ΟΓΑ συνολικού ύψους περίπου 1,04 εκατ. ευρώ για τις χρήσεις 2005-2011. Η εκπρόσωπος προσέφυγε αρχικά στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών της ΑΑΔΕ, στη συνέχεια στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο απέρριψε την προσφυγή της ως εκπρόθεσμη, και τελικά άσκησε αίτηση αναίρεσης στο Συμβούλιο της Επικρατείας.
Το ΣτΕ διαπίστωσε ότι οι καταλογιστικές πράξεις είχαν εκδοθεί το 2016, επομένως η πενταετία είχε ήδη συμπληρωθεί εντός του 2021. Όπως αναφέρεται στην χαρακτηριστικά στην απόφαση, η φορολογική αρχή «υποχρεούτο να προβεί στην άρση των επιβληθέντων μέτρων», ενώ αυτό έπρεπε να γίνει «χωρίς να απαιτείται η υποβολή αιτήσεως από την αναιρεσείουσα». Επισημαίνεται ακόμη ότι η διοίκηση όφειλε να ενημερώσει άμεσα όλες τις εμπλεκόμενες υπηρεσίες και τα πιστωτικά ιδρύματα, «χωρίς να απαιτείται η τήρηση εκ μέρους του φορολογουμένου καμμίας άλλης διαδικασίας ή διατυπώσεως».
Παρά ταύτα, η υπόθεση έφτασε μέχρι το ΣτΕ όπου η φορολογική αρχή εκπροσωπήθηκε ενώπιον του ανώτατου δικαστηρίου από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους που προφανώς ούτε από τη δική του πλευρά έγινε μια στοιχειώδη έρευνα, ενώ το ζήτημα θα μπορούσε να είχε διαπιστωθεί και κατά την προετοιμασία της υπόθεσης από τον εισηγητή ή το βοηθό εισηγητή, εφόσον επρόκειτο για ένα αντικειμενικό γεγονός που προέκυπτε από τις ημερομηνίες των καταλογιστικών πράξεων.
Υπό τα δεδομένα αυτά, το Συμβούλιο της Επικρατείας δεν προχώρησε στην έκδοση οριστικής απόφασης, αλλά ανέβαλε την υπόθεση και κάλεσε τη φορολογική αρχή να εκδώσει και να προσκομίσει ενώπιόν του την πράξη άρσης των μέτρων. Στη νέα δικάσιμο θα εξεταστεί αν, μετά την αυτοδίκαιη άρση τους, εξακολουθεί να υπάρχει αντικείμενο για την αίτηση αναίρεσης ή αν η δίκη έχει πλέον καταστεί άνευ αντικειμένου.
Διαβάστε περισσότερα στο iefimerida.gr

Δεσμευμένοι τραπεζικοί λογαριασμοί και περιορισμοί στη διαχείριση περιουσίας, που σύμφωνα με τον νόμο έπρεπε να είχαν αρθεί από το 2021, οδήγησαν τελικά μια υπόθεση μέχρι το Συμβούλιο της Επικρατείας.
Και αυτό γιατί, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. 553/2026 απόφαση του Β’ Τμήματος, η φορολογική διοίκηση δεν προχώρησε, ως όφειλε, στην αυτεπάγγελτη άρση των μέτρων ούτε ενημέρωσε τις αρμόδιες υπηρεσίες, με αποτέλεσμα να απασχοληθεί το ανώτατο δικαστήριο με μια υπόθεση που είχε ήδη κλείσει με βάση τον νόμο, 5 χρόνια πριν. Η εν λόγω περίπτωση, η οποία δεν είναι η μοναδική, αναδεικνύει μια χαρακτηριστική δυσλειτουργία του συστήματος.
Την ώρα που το υπουργείο Δικαιοσύνης προωθεί συνεχώς μέτρα για την επιτάχυνση στην απονομή της δικαιοσύνης, το Συμβούλιο της Επικρατείας, το Ανώτατο δηλαδή Δικαστήριο της χώρας, απασχολήθηκε για μια υπόθεση της οποίας το αντικείμενο είχε ήδη εκλείψει. Μάλιστα, ορίστηκε και νέα δικάσιμος, προκειμένου η φορολογική αρχή να προσκομίσει την τυπική πράξη άρσης των μέτρων. Η εξέλιξη αυτή γεννά ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί συνολικά ο διοικητικός μηχανισμός και η προετοιμασία των υποθέσεων πριν αυτές φτάσουν στο ακροατήριο.
Οι παραλείψεις
Τα διασφαλιστικά μέτρα, που λαμβάνονται σε περιπτώσεις σοβαρής φοροδιαφυγής, όπως η μη απόδοση παρακρατούμενων φόρων άνω των 150.000 ευρώ, και μπορεί να περιλαμβάνουν τη δέσμευση του 50% των τραπεζικών καταθέσεων και λογαριασμών, τη δέσμευση θυρίδων και περιορισμούς στη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων, είχαν επιβληθεί το 2016. Βάσει του τότε ισχύοντος άρθρου 46 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, έπρεπε να αρθούν με τη συμπλήρωση πενταετίας, δηλαδή το 2021.
Ωστόσο, η αρμόδια φορολογική αρχή δεν προχώρησε στην έκδοση της σχετικής πράξης ούτε ενημέρωσε τις εμπλεκόμενες υπηρεσίες, με αποτέλεσμα η δικαστική διαδικασία να συνεχιστεί σαν να εξακολουθούσαν τα μέτρα να ισχύουν.
Στο Ανώτατο Δικαστήριο είχε προσφύγει η νόμιμη εκπρόσωπος ανώνυμης εταιρείας, στην οποία είχαν επιβληθεί τα μέτρα, μετά τον καταλογισμό οφειλών από τέλη χαρτοσήμου και εισφορά υπέρ ΟΓΑ συνολικού ύψους περίπου 1,04 εκατ. ευρώ για τις χρήσεις 2005-2011. Η εκπρόσωπος προσέφυγε αρχικά στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών της ΑΑΔΕ, στη συνέχεια στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο απέρριψε την προσφυγή της ως εκπρόθεσμη, και τελικά άσκησε αίτηση αναίρεσης στο Συμβούλιο της Επικρατείας.
Το ΣτΕ διαπίστωσε ότι οι καταλογιστικές πράξεις είχαν εκδοθεί το 2016, επομένως η πενταετία είχε ήδη συμπληρωθεί εντός του 2021. Όπως αναφέρεται στην χαρακτηριστικά στην απόφαση, η φορολογική αρχή «υποχρεούτο να προβεί στην άρση των επιβληθέντων μέτρων», ενώ αυτό έπρεπε να γίνει «χωρίς να απαιτείται η υποβολή αιτήσεως από την αναιρεσείουσα». Επισημαίνεται ακόμη ότι η διοίκηση όφειλε να ενημερώσει άμεσα όλες τις εμπλεκόμενες υπηρεσίες και τα πιστωτικά ιδρύματα, «χωρίς να απαιτείται η τήρηση εκ μέρους του φορολογουμένου καμμίας άλλης διαδικασίας ή διατυπώσεως».
Παρά ταύτα, η υπόθεση έφτασε μέχρι το ΣτΕ όπου η φορολογική αρχή εκπροσωπήθηκε ενώπιον του ανώτατου δικαστηρίου από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους που προφανώς ούτε από τη δική του πλευρά έγινε μια στοιχειώδη έρευνα, ενώ το ζήτημα θα μπορούσε να είχε διαπιστωθεί και κατά την προετοιμασία της υπόθεσης από τον εισηγητή ή το βοηθό εισηγητή, εφόσον επρόκειτο για ένα αντικειμενικό γεγονός που προέκυπτε από τις ημερομηνίες των καταλογιστικών πράξεων.
Υπό τα δεδομένα αυτά, το Συμβούλιο της Επικρατείας δεν προχώρησε στην έκδοση οριστικής απόφασης, αλλά ανέβαλε την υπόθεση και κάλεσε τη φορολογική αρχή να εκδώσει και να προσκομίσει ενώπιόν του την πράξη άρσης των μέτρων. Στη νέα δικάσιμο θα εξεταστεί αν, μετά την αυτοδίκαιη άρση τους, εξακολουθεί να υπάρχει αντικείμενο για την αίτηση αναίρεσης ή αν η δίκη έχει πλέον καταστεί άνευ αντικειμένου.
