Δεκάδες μέσα ενημέρωσης στο Μεξικό συντάχθηκαν με τους «Δημοσιογράφους Χωρίς Σύνορα» (Reporters sans frontières – RSF).
Ζητούν από την πρόεδρο Κλαούντια Σέινμπαουμ και τις αρμόδιες αρχές να λάβουν μέτρα για την αντιμετώπιση των επιθέσεων κατά δημοσιογράφων. Από την αρχή του έτους, επτά επαγγελματίες των μέσων ενημέρωσης έχουν δολοφονηθεί στη χώρα.
Μία από τις πιο επικίνδυνες χώρες για τους δημοσιογράφους
Το Μεξικό παραμένει μία από τις πιο επικίνδυνες χώρες παγκοσμίως για όσους εργάζονται στον Τύπο, ενώ πολλές μη κυβερνητικές οργανώσεις επισημαίνουν ότι οι υπεύθυνοι για τις επιθέσεις σε δημοσιογράφους συχνά δεν τιμωρούνται.
Στην κατάταξη των «Δημοσιογράφων Χωρίς Σύνορα» για την ελευθερία του Τύπου, το Μεξικό βρίσκεται στην 122η θέση μεταξύ 180 χωρών. Σε ό,τι αφορά την ασφάλεια των δημοσιογράφων, κατατάσσεται ακόμη χαμηλότερα, στην 160ή θέση.
Περισσότερα από 40 μέσα ζητούν δράση
Περισσότερα από 40 μεξικανικά μέσα ενημέρωσης υποστήριξαν την ανακοίνωση της RSF, με την οποία καλείται η πρόεδρος Σέινμπαουμ να αναλάβει πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση της κατάστασης.
«Πόσοι ακόμη από εμάς πρέπει να πεθάνουν προτού αναλάβει δράση το μεξικανικό κράτος;», αναφέρεται στην ανακοίνωση, η οποία παράλληλα υπογραμμίζει ότι «το Μεξικό δεν πρέπει να συνηθίσει να απαριθμεί δολοφονημένους δημοσιογράφους».
17 νεκροί από την ανάληψη της προεδρίας
Σύμφωνα με στοιχεία της RSF, 17 δημοσιογράφοι έχουν χάσει τη ζωή τους από τον Οκτώβριο του 2024, όταν η Κλαούντια Σέινμπαουμ ανέλαβε την προεδρία του Μεξικού.
Την ίδια ώρα, η οργάνωση «Άρθρο 19» (Article 19) έχει καταγράψει περισσότερα από 180 εγκλήματα σε βάρος επαγγελματιών των μέσων ενημέρωσης από το 2000.
Κριτική στην κυβέρνηση για τη δημοσιοποίηση ονομάτων
Η μεξικανική προεδρία δέχθηκε πρόσφατα έντονη κριτική μετά τη δημοσιοποίηση ονομάτων δημοσιογράφων και μέσων ενημέρωσης που ασκούν κριτική στην αριστερή κυβέρνηση.
Οι δημοσιογράφοι και τα μέσα που αναφέρθηκαν υποστήριξαν ότι μετά τη δημοσιοποίηση των στοιχείων έγιναν στόχος διαδικτυακών επιθέσεων.
Η πρόεδρος Σέινμπαουμ επιχείρησε να υποβαθμίσει το περιστατικό, δεσμεύτηκε όμως ότι στο μέλλον δεν θα δημοσιοποιηθεί αντίστοιχη λίστα.
Διαβάστε περισσότερα στο iefimerida.gr

Δεκάδες μέσα ενημέρωσης στο Μεξικό συντάχθηκαν με τους «Δημοσιογράφους Χωρίς Σύνορα» (Reporters sans frontières – RSF).
Ζητούν από την πρόεδρο Κλαούντια Σέινμπαουμ και τις αρμόδιες αρχές να λάβουν μέτρα για την αντιμετώπιση των επιθέσεων κατά δημοσιογράφων. Από την αρχή του έτους, επτά επαγγελματίες των μέσων ενημέρωσης έχουν δολοφονηθεί στη χώρα.
Μία από τις πιο επικίνδυνες χώρες για τους δημοσιογράφους
Το Μεξικό παραμένει μία από τις πιο επικίνδυνες χώρες παγκοσμίως για όσους εργάζονται στον Τύπο, ενώ πολλές μη κυβερνητικές οργανώσεις επισημαίνουν ότι οι υπεύθυνοι για τις επιθέσεις σε δημοσιογράφους συχνά δεν τιμωρούνται.
Στην κατάταξη των «Δημοσιογράφων Χωρίς Σύνορα» για την ελευθερία του Τύπου, το Μεξικό βρίσκεται στην 122η θέση μεταξύ 180 χωρών. Σε ό,τι αφορά την ασφάλεια των δημοσιογράφων, κατατάσσεται ακόμη χαμηλότερα, στην 160ή θέση.
Περισσότερα από 40 μέσα ζητούν δράση
Περισσότερα από 40 μεξικανικά μέσα ενημέρωσης υποστήριξαν την ανακοίνωση της RSF, με την οποία καλείται η πρόεδρος Σέινμπαουμ να αναλάβει πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση της κατάστασης.
«Πόσοι ακόμη από εμάς πρέπει να πεθάνουν προτού αναλάβει δράση το μεξικανικό κράτος;», αναφέρεται στην ανακοίνωση, η οποία παράλληλα υπογραμμίζει ότι «το Μεξικό δεν πρέπει να συνηθίσει να απαριθμεί δολοφονημένους δημοσιογράφους».
17 νεκροί από την ανάληψη της προεδρίας
Σύμφωνα με στοιχεία της RSF, 17 δημοσιογράφοι έχουν χάσει τη ζωή τους από τον Οκτώβριο του 2024, όταν η Κλαούντια Σέινμπαουμ ανέλαβε την προεδρία του Μεξικού.
Την ίδια ώρα, η οργάνωση «Άρθρο 19» (Article 19) έχει καταγράψει περισσότερα από 180 εγκλήματα σε βάρος επαγγελματιών των μέσων ενημέρωσης από το 2000.
Κριτική στην κυβέρνηση για τη δημοσιοποίηση ονομάτων
Η μεξικανική προεδρία δέχθηκε πρόσφατα έντονη κριτική μετά τη δημοσιοποίηση ονομάτων δημοσιογράφων και μέσων ενημέρωσης που ασκούν κριτική στην αριστερή κυβέρνηση.
Οι δημοσιογράφοι και τα μέσα που αναφέρθηκαν υποστήριξαν ότι μετά τη δημοσιοποίηση των στοιχείων έγιναν στόχος διαδικτυακών επιθέσεων.
Η πρόεδρος Σέινμπαουμ επιχείρησε να υποβαθμίσει το περιστατικό, δεσμεύτηκε όμως ότι στο μέλλον δεν θα δημοσιοποιηθεί αντίστοιχη λίστα.
